Ώρα ευθύνης υπουργών και πολιτικού συστήματος

Κατά το άρθ. 86 Συντ., η Βουλή είναι η μόνη αρμόδια να ασκεί δίωξη για αδικήματα υπουργών. Αν ασκήσει δίωξη, της υπόθεσης επιλαμβάνεται πλέον Δικαστικό Συμβούλιο, αποτελούμενο από τρία μέλη του ΑΠ και δύο του ΣτΕ. Εν συνεχεία, αν το Συμβούλιο εκδώσει παραπεμπτικό βούλευμα, η υπόθεση εισάγεται στο περίφημο Ειδικό Δικαστήριο.

Αναμφίβολα, συντρέχουν σοβαροί λόγοι αναγνώρισης αυξημένων δικονομικών εγγυήσεων υπέρ των υπουργών (κίνδυνος ποινικοποίησης της πολιτικής ζωής, παράλυσης της κυβερνητικής μηχανής κ.λπ.). Ωστόσο, όπως έχει αποδειχθεί στην πράξη, η ανάμειξη της Βουλής επιτρέπει σε μία κυβερνητική πλειοψηφία να προσφέρει σε υπουργούς της έναν αδιαπέραστο θόλο προστασίας, ακόμη και όταν εκείνοι αντιμετωπίζουν σοβαρές κατηγορίες, που χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης.   

Το καθεστώς αυτό υπουργικής ασυλίας προκαλεί ευλόγως την έντονη δυσαρέσκεια των πολιτών, αλλά και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (ΕυρΕισ). Η τελευταία συνάντησε επανειλημμένα την άρνηση της παρούσας κυβερνητικής πλειοψηφίας να διερευνηθούν τυχόν ποινικές ευθύνες υπουργών για σοβαρές υποθέσεις, όπως η διαβόητη «Σύμβαση 717» σε σχέση με την τραγωδία των Τεμπών ή το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Η πλειοψηφία οχυρώθηκε πίσω από το άρθ. 86 (εμποδίζοντας ήδη τη σύσταση «προανακριτικής επιτροπής»), ενώ κάποια κυβερνητικά στελέχη εξαπέλυσαν σφοδρά πυρά κατά της ΕυρΕισ.

Η ΕυρΕισ είναι όμως ένας σημαντικός ευρωπαϊκός θεσμός, η δε λειτουργία της διέπεται από τον, δεσμευτικό και για τη χώρα μας, Κανονισμό 2017/1939 (βλ. και άρθ. 86 της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ). Το ενδιαφέρον είναι ότι, κατά τον Κανονισμό, εφόσον αξιόποινες πράξεις (λ.χ. απάτης ή διαφθοράς) θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ, η ΕυρΕισ μπορεί να αναλάβει η ίδια την υπόθεση, ασκώντας απευθείας δίωξη (άρθ. 27). Αν, πάντως, η έρευνα αφορά πρόσωπα που «απολαύουν προνομίου ή ασυλίας βάσει του εθνικού δικαίου», η ΕυρΕισ υποβάλλει αιτιολογημένο γραπτό αίτημα άρσης τους (άρθ. 29).

Μετά την έκδοση της απόφασης του ΣτΕ για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια και την ερμηνευτική παράκαμψη του άρθ. 16 Συντ. με αναγωγή στο ενωσιακό δίκαιο, αναπτύσσεται αντίστοιχος προβληματισμός και για το άρθ. 86 Συντ. σε σχέση με υποθέσεις αρμοδιότητας της ΕυρΕισ. Διατυπώνεται δηλαδή η σκέψη μήπως το ενωσιακό δίκαιο θα πρέπει να έχει και εδώ το προβάδισμα έναντι του Συντάγματος αναφορικά με αξιόποινες πράξεις που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ, έτσι ώστε, αν η έρευνα εντοπίσει ευθύνες υπουργών, να μπορεί η ΕυρΕισ να ασκήσει η ίδια δίωξη, παρά τη σχετική αρνητική στάση της Βουλής. Όπως σωστά επισημαίνει ο συνάδελφος Γ.Δελλής (Καθημερινή, 28.12.26), εν προκειμένω «τα νερά είναι αχαρτογράφητα». Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, πάντως, δεν έχει προχωρήσει μέχρι στιγμής σ’ ένα τέτοιο βήμα, το οποίο και θα ήταν πολλαπλά προβληματικό, μεταξύ άλλων θα οδηγούσε σε μερική κατάλυση του άρθ. 86 (που εξάλλου, σε κάποιον βαθμό, συμβαδίζει με την πρόβλεψη του άρθ. 29 του Κανονισμού).  

Στην επόμενη συνταγματική αναθεώρηση θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς τον ρητό αποκλεισμό εφαρμογής του άρθ. 86 σε υποθέσεις αρμοδιότητας της ΕυρΕισ. Νομίζω ωστόσο ότι έχουν ωριμάσει πλέον οι συνθήκες για μία συνολική αναθεώρηση του άρθ. 86, πέρα από εμβαλωματικές παρεμβάσεις. Η εξέταση της ποινικής ευθύνης των υπουργών θα πρέπει να ανατεθεί απευθείας στην τακτική δικαιοσύνη, με την παράλληλη όμως πρόβλεψη αυξημένων δικονομικών εγγυήσεων, τόσο σε επίπεδο προανακριτικό ή ανακριτικό όσο και σε επίπεδο εκδίκασης. Έτσι, η αρμοδιότητα για την άσκηση ποινικής δίωξης μπορεί να περιέλθει είτε σε ανώτερους εισαγγελικούς λειτουργούς είτε σε ειδικό συλλογικό όργανο αποτελούμενο από ανώτατους δικαστές, όπως το προαναφερθέν Δικαστικό Συμβούλιο. Αρμόδιο δε δικαστήριο μπορεί να είναι είτε το Ειδικό Δικαστήριο είτε το Εφετείο Αθηνών σε ειδική σύνθεση.

Εν κατακλείδι: Το υφιστάμενο καθεστώς υπουργικής ασυλίας δεν μπορεί να διατηρηθεί. Παραβιάζει τις επιταγές της ισονομίας, επιτείνοντας συγχρόνως τη δυσπιστία των πολιτών στους θεσμούς και το πολιτικό σύστημα. Οι ειδικές εγγυήσεις υπέρ των υπουργών θα πρέπει να περιοριστούν στο μέτρο του ευλόγου και του αναγκαίου, αλλά και να εναρμονιστούν με τις σύγχρονες μορφές ενωσιακής ποινικής ευθύνης.

[Δημοσιεύτηκε στην εφημ. Το Βήμα της Κυριακής 18.01.26]