Επιβεβλημένα εχέγγυα αμεροληψίας

Ας ξεκινήσουμε με κάποιες αυτονόητες παραδοχές: Η κριτική σε δικαστικές αποφάσεις ή άλλες δικαστικές πράξεις δεν είναι απλώς θεμιτή, είναι αναγκαία, ιδίως μάλιστα σε υποθέσεις μείζονος σημασίας για τους θεσμούς και τη δημοκρατία. Τούτο δεν είναι μόνον απόρροια της ελευθερίας του λόγου, αλλά και απαραίτητο στοιχείο της δημοκρατικής λειτουργίας. Ασφαλώς, η κριτική δεν αναιρεί τον εν γένει σεβασμό που οφείλεται στις δικαστικές αποφάσεις με την έννοια της υποχρέωσης συμμόρφωσης σ’ αυτές. Σεβασμός, όμως, δεν σημαίνει προφανώς την επιβολή ενός σιωπητηρίου για τις δικαστικές κρίσεις. Η απονομή της δικαιοσύνης δεν εξαιρείται του δημοκρατικού ελέγχου και της λογοδοσίας.

Ας περάσουμε τώρα στην πρόσφατη κρίση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (ΕισΑΠ) Κ.Τζαβέλλα σε σχέση με την υπόθεση των υποκλοπών…

Αν όχι το διεθνές δίκαιο, τότε τι;

Ομολογουμένως, το διεθνές δίκαιο έχει έντονα χαρακτηριστικά ήπιου δικαίου (soft law). Διεθνή δικαιοδοτικά ή άλλα όργανα υπάρχουν μεν, και πολλές αποφάσεις τους τηρούνται (όπως λ.χ. αποφάσεις του Δικαστηρίου του Στρασβούργου, Ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των ΗΕ κ.λπ.). Αλλά ναι, η εφαρμογή του διεθνούς δικαίου στην πράξη πάσχει, καθώς δεν παύει να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τους διεθνείς συσχετισμούς ισχύος. Αρκετές φορές, το δίκαιο και η ιδέα της δικαιοσύνης υποχωρούν μπροστά στην οικονομική ή στρατιωτική υπεροχή μιας χώρας ή ενός συνασπισμού χωρών…

Στο ύψος των περιστάσεων

Η σημασία της απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για τις υποκλοπές δεν έγκειται τόσο στην καταδίκη των κατηγορουμένων, όσο στο γεγονός ότι η δικαστική κρίση βασίσθηκε σε μία ενδελεχή εξέταση της υπόθεσης, κάτι που δυστυχώς δεν είχε γίνει μέχρι πρότινος σε δικαστικό επίπεδο. Και δη σε σχέση με μία υπόθεση μείζονος σημασίας για την ίδια την ομαλή λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, που έφθασε να δικάζεται σε επίπεδο πλημμελήματος και να αφορά τις ποινικές ευθύνες μόνον ιδιωτών και όχι και δημοσίων αξιωματούχων, κατόπιν μιας «αναντίλεκτης» αρχειοθέτησης από την Εισαγγελία του ΑΠ…

Εξατομίκευση των κανόνων του ιδιωτικού δικαίου

Τα τελευταία χρόνια συζητείται στη νομική θεωρία η ιδέα για μία εξατομίκευση των κανόνων του ιδιωτικού δικαίου (personalization of private law) – των κανόνων δηλαδή που ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών. Η ιδέα, που προωθείται προεχόντως στην αμερικανική νομική επιστήμη (κυρίως O.Ben-Shahar, A.Porat, L.Strahilevitz) αλλά έχει βρει υποστηρικτές και στον ευρωπαϊκό χώρο (κυρίως Ph.Hacker), βασίζεται στην αξιοποίηση των δυνατοτήτων που παρέχουν τα λεγόμενα “μεγάλα δεδομένα” (big data) και η αλγοριθμική επεξεργασία τους, με τη βοήθεια εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης. Τα δεδομένα αυτά συλλέγονται μέσα από τις συναλλαγές μας με πιστωτικές κάρτες, τις αλληλεπιδράσεις μας στα κοινωνικά δίκτυα, τις χρήσεις διαφόρων εφαρμογών στα έξυπνα κινητά, δημόσια ή εταιρικά αρχεία κ.λπ…

Ο Καναδάς ως 28ο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης;

Τους τελευταίους μήνες, μια φαινομενικά παράδοξη σκέψη έχει αρχίσει να αποκτά απροσδόκητη δυναμική: θα μπορούσε άραγε να γίνει ο Καναδάς κράτος μέλος της ΕΕ; Αρχική αφορμή για τη σχετική συζήτηση έδωσαν κάποια δημοσκοπικά ευρήματα του Φεβρουαρίου 2025, που έδειξαν ότι ένα αξιοσημείωτο ποσοστό των Καναδών πολιτών βλέπει θετικά –ακόμη και με ενθουσιασμό– μια τέτοια προοπτική, και μάλιστα σε μια περίοδο κατά την οποία οι διατλαντικές σχέσεις επαναπροσδιορίζονται και η ΕΕ εμφανίζεται, στα μάτια πολλών εκτός Ευρώπης, ως νησίδα θεσμικής και πολιτικής σταθερότητας…

Ώρα ευθύνης υπουργών και πολιτικού συστήματος

Κατά το άρθ. 86 Συντ., η Βουλή είναι η μόνη αρμόδια να ασκεί δίωξη για αδικήματα υπουργών. Αν ασκήσει δίωξη, της υπόθεσης επιλαμβάνεται πλέον Δικαστικό Συμβούλιο, αποτελούμενο από τρία μέλη του ΑΠ και δύο του ΣτΕ. Εν συνεχεία, αν το Συμβούλιο εκδώσει παραπεμπτικό βούλευμα, η υπόθεση εισάγεται στο περίφημο Ειδικό Δικαστήριο.

Αναμφίβολα, συντρέχουν σοβαροί λόγοι αναγνώρισης αυξημένων δικονομικών εγγυήσεων υπέρ των υπουργών (κίνδυνος ποινικοποίησης της πολιτικής ζωής, παράλυσης της κυβερνητικής μηχανής κ.λπ.)…

Σιγά σιγά, και μετά ξαφνικά

Τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές του 1940 κερδίζει θριαμβευτικά ένας ήρωας της πολεμικής αεροπορίας, ο Τσαρλς Λίντμπεργκ, επικρατώντας του Φράνκλιν Ρούζβελτ. Ο νέος ρεπουμπλικάνος πρόεδρος τάσσεται ανοιχτά υπέρ της πολιτικής του απομονωτισμού και ιδίως της αποχής από το πολεμικό μέτωπο της Ευρώπης (ο Β΄ΠΠ έχει ξεκινήσει πριν από έναν χρόνο περίπου), εκδηλώνοντας θαυμασμό προς τον Χίτλερ και παράλληλα έναν σταδιακά εκδιπλούμενο αντισημιτισμό. Η υποταγή του Λίντμπεργκ στις βουλές του Χίτλερ και οι συμφωνίες που συνάπτει με τις δυνάμεις του Άξονα περιβάλλονται τον μανδύα του πασιφισμού – το κεντρικό προεκλογικό του σύνθημα άλλωστε ήταν “Vote for Lindbergh, or vote for war”. Μετά την εκλογή του, ένα τμήμα της εβραϊκής κοινότητας αρχίζει να αισθάνεται άβολα· κάτι νιώθει να το πλησιάζει, κάτι αδιόρατο, πάντως όχι κάτι καλό…

Μείωση των θανατηφόρων τροχαίων: μία εθνική υπόθεση

Ας κλείσουμε τη χρονιά με μία αισιόδοξη καταγραφή, που αφορά τις ζωές όλων μας: Το 2025 κλείνει με μία σημαντική μείωση των θανάτων σε αυτοκινητικά. Σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής στοιχεία της ΕλΣτατ, κατά το πρώτο δεκάμηνο του 2025 καταγράφονται 455 θάνατοι από τροχαία, ενώ ο αντίστοιχος αριθμός για το 2024 ήταν 568 θάνατοι. Όπως όλοι αντιλαμβάνομαστε, η μείωση των τροχαίων και ιδίως των θανατηφόρων είναι μία πολύ σοβαρή υπόθεση, μία εθνική υπόθεση, και πολύ καλά κάνουν τα συναρμόδια Υπουργεία και η Τροχαία που την ιεραρχούν ως τέτοια. Τις τελευταίες δεκαετίες έχουμε πληρώσει στη χώρα μας βαρύ φόρο αίματος στην άσφαλτο…

Οι λέξεις του Συντάγματος και η βαρύτητά τους

Ι. Πρώτα κάποιες βασικές θεωρητικές παραδοχές: Ακόμη και αν είναι σαφές το γράμμα μιας διάταξης, η ερμηνεία της δεν περιορίζεται σε αυτό αλλά καταλαμβάνει και άλλα κριτήρια ή αξιολογήσεις που άπτονται της διάταξης και του ευρύτερου συστήματος κανόνων στο οποίο αυτή εντάσσεται. Από την άλλη, το σαφές γράμμα μιας διάταξης δεν μπορεί να είναι ερμηνευτικά αδιάφορο, ούτε επιτρέπεται να διαστρεβλώνεται ερμηνευτικά. Εξάλλου, ένα κανονιστικό κείμενο είναι φορέας ενδείξεων, συμβάσεων ή περιορισμών, που μία υπεύθυνη ερμηνευτική προσέγγιση οφείλει να σεβαστεί και να αναδείξει (βλ. και Ο.Έκο).

Τι σημαίνουν, όμως, τα παραπάνω για την πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ (1918/2025) για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια και την ερμηνεία του άρθ. 16 Συντ.;

Το καθήκον άσκησης δημόσιας κριτικής

Κάθε κυβερνητική εξουσία μπορεί να είναι επιρρεπής στην αυθαιρεσία και σε πρακτικές που υπονομεύουν τον ρόλο της νομοθετικής και της δικαστικής εξουσίας – ή οδηγούν ακόμη και στην καθυπόταξή τους. Ο λαός έχει μεν τη δυνατότητα να εκφραστεί μια φορά ανά τετραετία στις εθνικές εκλογές, αυτό ωστόσο δεν αρκεί για να θεραπεύσει τις πληγές που έχουν στο μεταξύ ανοίξει στη δημοκρατική λειτουργία μιας χώρας. Στο πλαίσιο αυτό, σε κρίσιμο πρακτικό αντίβαρο –πέρα από τα γνωστά θεσμικά (Δικαιοσύνη, Ανεξάρτητες Αρχές κ.λπ.)– αναδεικνύεται η αντίδραση της κοινωνίας των πολιτών και ιδίως όσων συμμετέχουν στον δημόσιο διάλογο. Πόσο όμως αποδοτικό είναι στις ημέρες μας το αντίβαρο αυτό, ενόψει πανίσχυρων κυβερνητικών εξουσιών;