Η ιδιαίτερη σπουδή και το τίμημά της

Οι πρόσφατες αποφάσεις του Γ’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ, υπ’ αρ. 1167, 1168, 1169, 1170/2026) σε σχέση με τα Νομικά Πρόσωπα Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΝΠΠΕ), τα γνωστά παραρτήματα πανεπιστημίων της αλλοδαπής, έχουν βαρύνουσες συνέπειες, και δη σε πολλαπλά επίπεδα. Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα σοβαρό – νομικά, πολιτικά, κοινωνικά.

Έχοντας παρακολουθήσει προσεκτικά τον δημόσιο διάλογο των τελευταίων ημέρων και κυρίως τις αναρτήσεις και δημόσιες τοποθετήσεις του αγαπητού συναδέλφου Πάνου Λαζαράτου -που σήκωσε όλο το βάρος του δικαστικού ελέγχου της νομιμότητας των ΝΠΠΕ- αλλά και τις τοποθετήσεις του αρμόδιου υφυπουργού παιδείας Νίκου Παπαϊωάννου, επίσης έχοντας διαβάσει εξίσου προσεκτικά τα κρίσιμα αποσπάσματα των εν λόγω αποφάσεων, θέλω να επισημάνω τα ακόλουθα, τα οποία ελπίζω να είναι κατανοητά και σε μη νομικούς:

1. Με τις πρόσφατες αποφάσεις ακυρώνονται οι άδειες εγκατάστασης και λειτουργίας συγκεκριμένων ΝΠΠΕ, λόγω μη συμμόρφωσης στις κανονιστικές επιταγές για τις κτιριολογικές προϋποθέσεις. Σημειωτέον εδώ ότι οι άδειες εγκατάστασης και λειτουργίας εκδίδονται με σχετική απόφαση του υφυπουργού παιδείας, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Ανώτατου Συμβουλίου της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης, της γνωστής ΕΘΑΑΕ, επιπλέον γνώμης του Εθνικού Οργανισμού Πιστοποίησης Προσόντων & Επαγγελματικού Προσανατολισμού (ΕΟΠΠΕΠ), που είναι αρμόδιος για τη συνδρομή των κτιριολογικών προϋποθέσεων, και σχετικής γνώμης του Υπουργού Εξωτερικών. Όπως ευχερώς αντιλαμβάνεται κανείς, για να χορηγηθούν εκ νέου οι άδειες, θα πρέπει πρώτα να θεραπευτούν οι όποιες πλημμέλειες περί τα κτιριολογικά και στη συνέχεια να ακολουθηθεί η παραπάνω σύνθετη διοικητική διαδικασία.

2. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι με τις εν λόγω αποφάσεις ακυρώνονται και όλα τα προγράμματα προπτυχιακών σπουδών (ΠΠΣ) συγκεκριμένων ΝΠΠΕ και μάλιστα θεωρείται παράνομη η ίδια η κρίσιμη κανονιστική πράξη-απόφαση της ΕΘΑΑΕ (48136/17.12.2024) και ιδίως το Παράρτημα αυτής για τα σχετικά ποιοτικά και ποσοτικά κριτήρια που πρέπει να πληρούν τα προσφερόμενα ΠΠΣ. Εδώ το ΣτΕ κατ’ ουσίαν ανατρέπει πλήρως το σχετικό κανονιστικό πλαίσιο, αναφέροντας μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «…Επειδή, τα ως άνω στοιχεία, που περιέχονται στο Παράρτημα της 48136/17.12.2024 απόφασης της ΕΘΑΑΕ, δεν συνιστούν συγκεκριμένα ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια, προς τα οποία οφείλουν να συμμορφώνονται τα προγράμματα σπουδών των ΝΠΠΕ, προκειμένου να διασφαλίζεται η ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών ανώτατης εκπαίδευσης, όπως ρητώς ορίζουν οι εξουσιοδοτικές διατάξεις των άρθρων 145 και 190 παρ. 1 του ν. 5094/2024. Ειδικότερα, τα ως άνω στοιχεία περιγράφουν με γενικό τρόπο διαδικασίες και πολιτικές που αφορούν τη λειτουργία των ΝΠΠΕ και παρέχουν οδηγίες για τον σχεδιασμό των ΠΠΣ, χωρίς να εξειδικεύουν τις προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να πληρούνται, προκειμένου η Διοίκηση να αξιολογήσει την ποιότητα των προσφερόμενων ΠΠΣ και, ακολούθως, το Συμβούλιο της Επικρατείας, να διενεργήσει τον δικαστικό έλεγχο των πράξεων πιστοποίησης, κατόπιν της άσκησης του ενδίκου βοηθήματος της αιτήσεως ακυρώσεως. Πράγματι, τα αναφερόμενα στο παράρτημα της ως άνω απόφασης της ΕΘΑΑΕ στοιχεία χαρακτηρίζονται από γενικότητα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, από αυτοαναφορικότητα και, συνεπώς, δεν συγκροτούν κανονιστική ρύθμιση. Ενδεικτικά, στο στοιχείο 2 η πολιτική ποιότητας “διατυπώνεται με τη μορφή δήλωσης” και “έχει ως αντικείμενο την επιδίωξη στόχων ποιότητας, σχετικών με τη διασφάλιση ποιότητας του νέου προγράμματος σπουδών”. […] Συναφώς, στο στοιχείο 3 του εν λόγω Παραρτήματος, ως στοιχεία, τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον σχεδιασμό των νέων ΠΠΣ, αναφέρονται κυρίως τα οριζόμενα στο άρθρο 10 του ν. 4653/2020, γενικά κριτήρια πιστοποίησης των ΑΕΙ, των επιμέρους ακαδημαϊκών μονάδων και των προγραμμάτων σπουδών, τα οποία καθορίζουν το γενικό πλαίσιο αδειοδότησης της εγκατάστασης και λειτουργίας των ΝΠΠΕ, η περαιτέρω δε εξειδίκευσή τους, με τον καθορισμό ποσοτικών και ποιοτικών κριτηρίων και δεικτών, έπρεπε να αποτελέσει το αντικείμενο του ειδικότερου θέματος για το οποίο χορηγήθηκε η ως άνω νομοθετική εξουσιοδότηση προς την ΕΘΑΑΕ. Επομένως, για τον λόγο αυτόν, ο οποίος εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, καθόσον αφορά το έρεισμα των προσβαλλόμενων πράξεων πιστοποίησης, η 48136/2024 απόφαση της ΕΘΑΑΕ, κατά το μέρος που παραλείπει να ορίσει, κατά κανονιστικό τρόπο, συγκεκριμένα ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια και προϋποθέσεις, στα οποία πρέπει να συμμορφώνονται τα προγράμματα σπουδών των ΝΠΠΕ, παραβιάζει τη νομοθετική εξουσιοδότηση της παρ 4 του άρθρου 145 συνδυασμό με την παρ. 1 του άρθρου 190 του ν. 5094/2024 και, επομένως, οι προσβαλλόμενες πράξεις πιστοποίησης προγραμμάτων σπουδών, οι οποίες έχουν ως έρεισμα την προαναφερόμενη απόφαση της ΕΘΑΑΕ, δεν είναι νόμιμες και πρέπει να ακυρωθούν».

Το πρόβλημα εδώ είναι ιδιαίτερα σοβαρό. Για να διορθωθούν τα πράγματα, θα πρέπει να ανακληθεί ή να καταργηθεί η ως άνω κανονιστική πράξη-απόφαση της ΕΘΑΑΕ και να εκδοθεί νέα, με αναθεωρημένο Παράρτημα, το οποίο αυτή τη φορά θα πρέπει να είναι σύμφωνο με τις εξουσιοδοτικές διατάξεις του νόμου 5094/2024 (για την ίδρυση και λειτουργία των ΝΠΠΕ) και τις υποδείξεις του ΣτΕ. Στη συνέχεια, μετά την εκ νέου αδειοδότηση των ΝΠΠΕ, θα πρέπει, κατόπιν αποφάσεων του Προέδρου της ΕΘΑΑΕ, να συγκροτηθούν νέες (και φέρουσες εχέγγυα αμεροληψίας) πενταμελείς Επιτροπές Εξωτερικής Αξιολόγησης & Πιστοποίησης (ΕΕΑΠ) για τα προσφερόμενα ΠΠΣ – προφανώς εδώ θα προηγηθεί και επανακατάθεση φακέλων από τους ενδιαφερομένους. Με βάση τις νέες εκθέσεις των ΕΕΑΠ, και μόνον εφόσον αυτές ανάβουν πράγματι το πράσινο φως, θα πρέπει εν συνεχεία το Συμβούλιο Αξιολόγησης & Πιστοποίησης της ΕΘΑΑΕ να εκδώσει νέες αποφάσεις περί συμμόρφωσης των υποβληθέντων προς κρίση ΠΠΣ με τις αρχές του Προτύπου που θα περιέχεται στο νέο, αναθεωρηθέν Παράρτημα.

3. Όπως είναι εμφανές από τα παραπάνω, για να θεραπευτούν τα κρίσιμα ζητήματα που θέτουν οι πρόσφατες αποφάσεις του ΣτΕ, θα χρειαστούν σύνθετες διοικητικές ενέργειες αλλά και προφανώς πραγματική συμμόρφωση των ΝΠΠΕ με το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο. Για να γίνουν όλα προσεκτικά και σωστά, μάλλον θα απαιτηθεί χρόνος. Στις δημόσιες τομοθετήσεις του αρμόδιου υφυπουργού φαίνεται τελευταία να υπάρχει μία μετατόπιση: απο εκεί που αρχικά διαβεβαίωνε ότι θα λειτουργήσουν κανονικά τα ΝΠΠΕ το ερχόμενο ακαδημαϊκό έτος, πιο πρόσφατα δήλωσε ότι κανείς δεν μπορεί να προδικάσει τις αποφάσεις της ΕΘΑΑΕ και ότι το υπουργείο θα επιδιώξει να έχει έναν συντονιστικό ρόλο στη διαδικασία θεραπείας των «πλημμελειών» μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων. Και η μετατόπιση αυτή ήταν απολύτως επιβεβλημένη: αφενός μεν η ΕΘΑΑΕ, μολονότι εποπτεύεται από τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, διαθέτει διοικητική αυτοτέλεια και ως εκ τούτου πρέπει να αφεθεί να κάνει απερίσπαστη τη δουλειά της, αφετέρου δε η πολιτική ηγεσία του υπουργείου παιδείας είναι πρωτίστως ταγμένη να υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και τη νομιμότητα, και όχι να προδικάζει αποφάσεις άλλων οργάνων προς οποιαδήποτε κατεύθυνση.

4. Λόγω της ανατροπής του ίδιου του κανονιστικού πλαισίου της ΕΘΑΑΕ, είναι προς το παρόν άδηλο τι μπορεί ή, καλύτερα, τι θα πρέπει να συμβεί με το εξίσου σημαντικό ζήτημα του πρώτου έτους που έχει ήδη περαιωθεί. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, 700 άτομα φοίτησαν κατά το πρώτος έτος στα ΝΠΠΕ, τα οποία –αυτά και οι οικογένειές τους– ευλόγως ανησυχούν, όχι μόνο για το μέλλον των σπουδών τους αλλά και για το παρελθόν. Είναι η προηγούμενη ακαδημαϊκή χρονιά στον αέρα; «Μέχρι στιγμής ναι», κατά την παραδοχή του ιδίου του υφυπουργού (σε πρόσφατη τηλεοπτική του εμφάνιση), ο οποίος στη συνέχεια προσέθεσε ότι θα επιχειρηθεί να βρεθεί κάποιος τρόπος να ξεπεραστεί το πρόβλημα. Ο συνάδελφος Πάνος Λαζαράτος επισημαίνει από την πλευρά του ότι, από τη στιγμή που έχει ακυρωθεί το κανονιστικό πλαίσιο και τα επιμέρους ΠΠΣ, δεν βλέπει τρόπο για να σωθεί –ή να «εγκυροποιηθεί αναδρομικά» ( ; )– η προηγούμενη ακαδημαϊκή χρονιά. Στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα ακούγονται διάφορες λύσεις, άλλες λιγότερο άλλες περισσότερο ευφάνταστες. Το μείζον και εδώ, κατ’ εμέ, είναι να επιλεγεί μία λύση που να υπηρετεί τη νομιμότητα. Καθώς με μία ακόμη λάθος ενέργεια, μπορεί το πρόβλημα να μεγαλώσει, αντί να αντιμετωπιστεί ή να περιοριστεί.

Χρειάζεται μεγάλη προσοχή εδώ, καθώς, πέραν των άλλων, τίθεται και ένα ζήτημα ίσης μεταχείρισης: αν είναι να αναγνωρίζονται έτη σπουδών με εκπτώσεις, τι θα πούμε αύριο στους δικούς μας φοιτητές λ.χ. στη Νομική Σχολή Αθηνών που αγωνίζονται να ανταποκριθούν σε ένα πολύ απαιτητικό-αυστηρό πρόγραμμα διδασκαλίας και εξετάσεων, ήδη από το πρώτο έτος; Τη στιγμή μάλιστα που αυτοί οι φοιτητές έχουν εισέλθει στη Σχολή με πολύ μόχθο και υψηλές επιδόσεις μέσω των πανελληνίων εξετάσεων…

5. Τέλος, με τις επίμαχες αποφάσεις του ΣτΕ πράγματι δεν θίγεται η διαγνωσθείσα από το ΣτΕ συνταγματικότητα του ν. 5094/2024 για την ίδρυση και λειτουργία των ΝΠΠΕ, αντιθέτως επιβεβαιώνονται οι σχετικές αποφάσεις της Ολομέλειας του ΣτΕ (υπ’ αρ. 1919/2025 και 1920/2025). Όσες ενστάσεις και αν έχει κανείς για τη σύμφωνη με το Ενωσιακό Δίκαιο ερμηνεία στην οποία προέβη εκεί το ΣτΕ, αυτή είναι πλέον η νομολογιακή πραγματικότητα στη χώρα.

Προσωπικά, εδώ και πολλά χρόνια, είμαι σταθερά κατά της απαγόρευσης του άρθρου 16 Συντ. και υπέρ της δυνατότητας ίδρυσης μη κρατικών μη κερδοσκοπικών ΑΕΙ, κατόπιν συνταγματικής αναθεώρησης. Θεωρώ, όπως και άλλοι συνάδελφοι (βλ. ήδη τον αείμνηστο Σταύρο Τσακυράκη), ότι επί της αρχής μία τέτοια απαγόρευση δεν έχει θέση στο Σύνταγμά μας (άλλωστε, αυτό μαρτυρεί και η διεθνής εμπειρία). Επίσης, θεώρησα ευθύς εξαρχής συνταγματικά προβληματική την κυβερνητική μεθόδευση με τα παραρτήματα –που δεν ανταποκρίνεται μάλιστα σε βέλτιστες διεθνείς πρακτικές–, τώρα όμως αποδεικνύεται και κάτι ακόμη: ότι η πρόδηλη ιδιαίτερη σπουδή που επιδείχθηκε για τη γρήγορη-εσπευσμένη λειτουργία των ΝΠΠΕ, προφανώς εντός εκλογικού κύκλου, δημιούργησε ιδιαίτερα προβληματικές καταστάσεις. Οι επίμαχες αποφάσεις του ΣτΕ καταδεικνύουν δυστυχώς προχειρότητα σε ρυθμιστικό επίπεδο, στοιχείο που έχει ήδη τραυματίσει το ίδιο το εγχείρημα που επιδιώχθηκε να υπηρετηθεί με ταχείες διαδικασίες. Και φυσικά εδώ υπάρχουν ευθύνες.

Τα ανακύψαντα σοβαρά προβλήματα θα πρέπει πλέον να θεραπευτούν όχι απλώς τυπικά, αλλά ουσιαστικά. Αυτό είναι προς το συμφέρον των ίδιων των ΝΠΠΕ, αλλά και των φοιτητών τους. Η αξιοπιστία είναι εκ των ων ουκ άνευ στοιχείο, ιδίως για τον νεοεισερχόμενο σε μία δραστηριότητα ή αγορά. Αγαπώ και υπηρετώ επί 20 περίπου χρόνια το δημόσιο πανεπιστήμιο, και έχω τη μεγάλη τιμή μάλιστα να υπηρετώ σε μία εμβληματική Σχολή. Πιστεύω όμως ότι παράλληλα μπορεί να υπάρχει και ένας ιδιωτικός πυλώνας ανώτατης εκπαίδευσης – όπως συμβαίνει και σε άλλες χώρες. Και αμφότεροι οι πυλώνες, δημόσιος και ιδιωτικός, πρέπει να αξιολογούνται. Και τα δημόσια πανεπιστήμια εξάλλου έχουν τα ελαττώματά τους –άλλα περισσότερα άλλα λιγότερα–, και οι εσωτερικές και εξωτερικές αξιολογήσεις μας βοηθούν να βελτιωθούμε – όχι όμως όσο θα έπρεπε.

Διότι στο τέλος της ημέρας αυτό που προέχει είναι να υπηρετείται το συμφέρον της κοινωνίας, με την παροχή ποιοτικών και υψηλού επιπέδου εκπαιδευτικών υπηρεσιών.

[Δημοσιεύτηκε στο Facebook στις 20.08.2026]