Ο όρος της θεσμικής αυτοσυγκράτησης

Η δημόσια κριτική σε δικαστικές κρίσεις ή αποφάσεις δεν είναι απλώς θεμιτή· αποτελεί αναγκαία έκφανση της ελευθερίας του λόγου και ουσιώδες στοιχείο της δημοκρατικής λειτουργίας και λογοδοσίας. Και οι κρίνοντες κρίνονται. Υπάρχει εδώ, ωστόσο, μία κρίσιμη διάκριση: άλλο η κριτική που ασκούν πολίτες, δημοσιογράφοι ή πανεπιστημιακοί και άλλο η δημόσια παρέμβαση ενός ανώτατου δικαστικού ή εισαγγελικού λειτουργού σε εκκρεμή υπόθεση, στην οποία έχει μάλιστα ο ίδιος προσωπική υπηρεσιακή εμπλοκή.

Η πρόσφατη δημόσια παρέμβαση του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου (ΑΠ) Βασιλείου Φλωρίδη, με τον τίτλο «Φλέβα διαφθοράς στη Δικαιοσύνη», θέτει ακριβώς αυτό το ζήτημα.

Ο αντεισαγγελέας δεν περιορίζεται σε μία γενική αναφορά στις παθογένειες της Δικαιοσύνης – που είναι υπαρκτές και πράγματι εντείνουν την εν γένει θεσμική δυσπιστία των πολιτών. Αναφέρεται σε συγκεκριμένη ποινική υπόθεση, στην οποία ο ίδιος ζήτησε την αναίρεση δευτεροβάθμιου παραπεμπτικού βουλεύματος και την απαλλαγή των κατηγορουμένων από τον ΑΠ. Ωστόσο, το αρμόδιο Συμβούλιο του ΑΠ απέρριψε ομόφωνα την αναίρεσή του. Ακολούθως, χαρακτηρίζει τη δικαιοδοτική κρίση «κατασκευασμένη», εντάσσοντας τη δική του θέση και κρίση (επί του προκειμένου) σε μία γενικότερη προειδοποίηση για τη διαφθορά στους κόλπους της ελληνικής Δικαιοσύνης.

Εδώ ανακύπτουν τρία σοβαρά θεσμικά ζητήματα.

Πρώτον, η συγκεκριμένη υπόθεση είναι ακόμη εκκρεμής ενώπιον της Δικαιοσύνης. Οι κατηγορούμενοι έχουν παραπεμφθεί σε δίκη, όπου και θα κριθεί η ενοχή ή η αθωότητά τους. Η δημόσια αμφισβήτηση της ακεραιότητας των δικαστών που αποφάνθηκαν από έναν ανώτατο εισαγγελικό λειτουργό ενδέχεται να δημιουργήσει συνθήκες πίεσης προς τους δικαστές που θα δικάσουν πλέον την υπόθεση. Η ανεξαρτησία της δικαιοδοτικής κρίσης, ως εγγύηση της δίκαιης δίκης (άρθ. 6 ΕΣΔΑ), απαιτεί και την αποφυγή τέτοιων παρεμβάσεων.

Δεύτερον, η διαφωνία με μία δικαστική απόφαση ή κρίση δεν σημαίνει αυτόθροα την ύπαρξη πράξης διαφθοράς. Ακόμη και μία προδήλως εσφαλμένη απαλλαγή δεν θα δικαιολογούσε από μόνη της, χωρίς συγκεκριμένα πρόσθετα στοιχεία, την απόδοση ιδιοτελών ή και εγκληματικών κινήτρων στους δικαστές. Εδώ, μάλιστα, πρόκειται για παραπομπή σε δίκη, η οποία δεν προδικάζει την ενοχή, καθώς ισχύει το θεμελιώδες τεκμήριο αθωότητας των κατηγορουμένων (μέχρι την τυχόν αμετάκλητη καταδίκη τους). Ο χαρακτηρισμός μιας τέτοιας κρίσης ως «κατασκευασμένης», στο πλαίσιο καταγγελίας περί διαφθοράς, υπερβαίνει κάποια απλή νομική διαφωνία και, προερχόμενη από ανώτατο εισαγγελέα με υπηρεσιακή εμπλοκή στην υπόθεση, εγείρει ζήτημα εξωθεσμικής παρέμβασης.

Τρίτον (και συναφές), εάν ο αντεισαγγελέας διαθέτει πράγματι στοιχεία που γεννούν ή δικαιολογούν υπόνοιες περί δικαστικής διαφθοράς, η θεσμικά προσήκουσα οδός είναι η αναφορά στα αρμόδια όργανα και η ενεργοποίηση των προβλεπόμενων ελεγκτικών διαδικασιών. Η δημόσια καταγγελία δεν μπορεί να υποκαθιστά την πειθαρχική ή ποινική διερεύνηση. Διαφορετικά, δημιουργείται η εντύπωση ότι η δημόσια έκθεση μιας δικαστικής κρίσης χρησιμοποιείται ως εναλλακτικός-εξωθεσμικός μηχανισμός ελέγχου της.

Στην προκειμένη περίπτωση, ιδιαίτερη προσοχή θα επέβαλλαν και οι υφιστάμενες στενές συγγενικές σχέσεις με κυβερνητικά στελέχη: του αντεισαγγελέα με τον υπουργό Δικαιοσύνης και ενός εκ των κατηγορουμένων με έτερο υπουργό. Δεν τεκμηριώνουν φυσικά αυτές καθαυτές αθέμιτη επιρροή, καθιστούν όμως ακόμη επιτακτικότερη τη θεσμική αυτοσυγκράτηση.

Πριν από μία δεκαετία περίπου, δημόσιες παρεμβάσεις της τότε Προέδρου του ΑΠ είχαν προκαλέσει έντονες και δικαιολογημένες αντιδράσεις. Η ίδια ευαισθησία και επαγρύπνηση πρέπει να επιδεικνύεται διαχρονικά, ανεξαρτήτως προσώπων και πολιτικών συγκυριών.

Η Δικαιοσύνη δεν χρειάζεται ασυλία από την κριτική. Χρειάζεται, όμως, δικαστές που να μπορούν να διαμορφώσουν κρίση χωρίς να αισθάνονται ότι η διαφωνία τους με έναν ανώτατο δικαστικό ή εισαγγελικό λειτουργό μπορεί να τους εκθέσει δημοσίως ως υπόπτους διαφθοράς. Η θεσμική αυτοσυγκράτηση δεν είναι περιορισμός της δικαστικής ανεξαρτησίας· είναι προϋπόθεσή της. Αυτή είναι, εν τέλει, η στάση που υπηρετεί το κράτος δικαίου.

[Δημοσιεύτηκε στο Βήμα της Κυριακής 25.10.2026]