Η μεγάλη νίκη των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές έχει πράγματι ιστορικές διαστάσεις. Θυμίζει τη συντριπτική ήττα που υπέστησαν οι Ρεπουμπλικανοί το 1974, μετά την παραίτηση Νίξον λόγω Watergate: στις τότε ενδιάμεσες εκλογές έχασαν 48 έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων, 4 στη Γερουσία και 5 θέσεις κυβερνητών.
Τι οδήγησε όμως στη σημερινή νίκη των Δημοκρατικών;
Πρώτον, ομολογουμένως βασικός παράγοντας υπήρξε η κρίση ακρίβειας, που έχει προκληθεί από τον πόλεμο στο Ιράν αλλά και τους δασμούς. Πριν από τον πόλεμο, η βενζίνη κόστιζε στις ΗΠΑ κάτω από 3 δολ. το γαλόνι· με τα Στενά του Ορμούζ σχεδόν κλειστά ξεπέρασε τα 4, ενώ το ντίζελ άγγιξε το ιστορικό ρεκόρ των 6 δολ., μεταφέροντας το κόστος σε κάθε ράφι. Οι αυξήσεις αυτές σε συνδυασμό αφενός με τις αυξημένες τιμές εισαγόμενων πρώτων υλών (λόγω δασμών) και αφετέρου με τη μείωση φτηνών εργατικών χεριών (λόγω σκληρής αντιμεταναστευτικής πολιτικής) φαίνεται ότι οδήγησαν ακόμη και συντηρητικούς ψηφοφόρους αγροτικών περιοχών να γυρίσουν τον πλάτη στον Τραμπ. Ο Αμερικανός πρόεδρος πλήρωσε στην κάλπη ασύνετες και επικίνδυνες πολιτικές που ο ίδιος επέβαλε, με την ενεργό υποστήριξη ή ένοχη ανοχή κορυφαίων Ρεπουμπλικανών.
Δεύτερον, οι εκλογείς θέλησαν να δώσουν μία ηχηρή απάντηση σε αυταρχικές πρακτικές, στην απαξίωση των θεσμών και την εντεινόμενη διαφθορά, που χαρακτηρίζουν συνολικά τη διακυβέρνηση Τραμπ αλλά και κατ’ ιδίαν Ρεπουμπλικανούς υποψηφίους, όπως λ.χ. ο Κεν Πάξτον του Τέξας.
Τρίτον, μία νέα γενιά Δημοκρατικών υποψηφίων επέδειξε ιδιαίτερο δυναμισμό και επικοινωνιακή δεινότητα και, έτσι, κατάφερε να κινητοποιήσει ευρύτερα εκλογικά κοινά. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Τζέιμς Ταλαρίκο, ο οποίος, με προοδευτικό και ευαίσθητο πολιτικό λόγο και αναφορές στη χριστιανική πίστη του, κατόρθωσε να εκλεγεί γερουσιαστής στο παραδοσιακά ρεπουμπλικανικό Τέξας, όπου οι Δημοκρατικοί είχαν να κερδίσουν έδρα της Γερουσίας από το 1988.
Οι δυναμικοί Δημοκρατικοί υποψήφιοι απέδειξαν, επίσης, ότι οι εκλογές μπορεί μεν να επηρεάζονται από τους διαθέσιμους οικονομικούς πόρους, αλλά δεν αγοράζονται. Η μάχη για τη Γερουσία στο Τέξας ξεπέρασε το μισό δισ. δολ. σε διαφημιστικές δαπάνες και κρατήσεις διαφημιστικού χρόνου και είναι μάλλον η ακριβότερη για έδρα Γερουσίας στην ιστορία. Ο Ίλον Μασκ διοχέτευσε περίπου 160 εκατ. δολ. προς υποστήριξη του Πάξτον. Ο Ταλαρίκο απάντησε συγκεντρώνοντας το ποσό-ρεκόρ 64 εκατ. δολ. στο τρίτο τρίμηνο, κινητοποιώντας όμως τη βάση των Δημοκρατικών. Και δικαίως δήλωσε χθες: «Δεν μπορείς να αγοράσεις το Τέξας».
Ο κίνδυνος, πάντως, υπονόμευσης των δημοκρατικών διαδικασιών και ελέγχου του πολιτικού παιχνιδιού από τους οικονομικά ισχυρούς είναι σοβαρός. Το πρόβλημα στις ΗΠΑ ανάγεται ιδίως στην απόφαση Citizens United (2010) του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπου με πλειοψηφία 5-4 κρίθηκε ότι οι δαπάνες εταιρειών και συνδικάτων για ανεξάρτητη πολιτική προβολή προστατεύονται από την ελευθερία του λόγου και δεν μπορούν κατ’ αρχήν να περιοριστούν. Ανεξάρτητα από το (μακρινό) ενδεχόμενο κάποιας μελλοντικής νομολογιακής μεταστροφής, το Κογκρέσο μπορεί ωστόσο ήδη σήμερα να ενισχύσει τη διαφάνεια της ανεξάρτητης πολιτικής χρηματοδότησης.
Τι σημαίνει η νίκη των Δημοκρατικών για την επόμενη ημέρα;
Κατ’ αρχάς, ο έλεγχος του Κογκρέσου επανενεργοποιεί σημαντικά θεσμικά αντίβαρα: δυνατότητα κοινοβουλευτικών ερευνών, έλεγχο δημοσίων δαπανών, ανάσχεση νομοθετικών πρωτοβουλιών και έλεγχο των προεδρικών διορισμών από τη Γερουσία.
Από την άλλη πλευρά, στην εξωτερική πολιτική και στις στρατιωτικές επιχειρήσεις ο (κάθε) Αμερικανός πρόεδρος διατηρεί σημαντική ευχέρεια κινήσεων. Επίσης, ο Τραμπ μπορεί να συνεχίσει να εκδίδει εκτελεστικά διατάγματα (executive orders), χωρίς να αναζητεί συγκλίσεις με τη Δημοκρατική πλειοψηφία στο Κογκρέσο.
Είναι δύσκολο, πάντως, να προβλέψει κανείς πώς θα πορευτεί γενικότερα ο Τραμπ, αν λ.χ. θα κλιμακώσει ή όχι τις επιθέσεις σε θεσμούς και πολιτικούς αντιπάλους κ.λπ. Κρισιμότερο όλων είναι αν θα υπάρξει πλέον ανοιχτή αμφισβήτησή του στο εσωτερικό των Ρεπουμπλικανών, κάποιοι εκ των οποίων είναι λογικό να επιδιώξουν την πολιτική τους επιβίωση πηδώντας από το τρένο του τραμπισμού. Ανάλογες μετατοπίσεις ενδέχεται να παρατηρηθούν σταδιακά και σε άλλες χώρες, όπως στην Ελλάδα, όπου τα τελευταία χρόνια εμφανίστηκαν ένθερμοι υποστηρικτές των πολιτικών Τραμπ.
Στον Βενιαμίν Φραγκλίνο αποδίδεται η εμβληματική φράση «Μια Δημοκρατία (a republic) – αν μπορέσετε να τη διατηρήσετε». Σε μεγάλο βαθμό, οι Αμερικανοί πολίτες και οι Δημοκρατικοί υποψήφιοι ανταποκρίθηκαν σ’ αυτή την πρόκληση. Δημιούργησαν ευρείες κοινωνικές συμμαχίες, προτάσσοντας την προάσπιση της φιλελεύθερης δημοκρατίας και θεμελιωδών δικαιωμάτων, την αντιμετώπιση της ακρίβειας και των ανισοτήτων. Παραμέρισαν ζητήματα με έντονα συγκρουσιακό χαρακτήρα. Κατέδειξαν, έτσι, ότι η διολίσθηση προς τον αυταρχισμό δεν είναι νομοτέλεια× μπορεί να ανακοπεί. Ιδίως οι Αμερικανοί πολίτες, με τη μαζική συμμετοχή τους, έδειξαν εν τέλει ποιο είναι το καθήκον του ενάρετου δημοκρατικού πολίτη απέναντι σε μία διακυβέρνηση που μόνον ενάρετη δεν είναι.
Φυσικά πρόκειται για μία μόνο νίκη στο πλαίσιο μιας ευρύτερης μάχης. Νίκη όμως σημαντική, καθώς οι ΗΠΑ εξακολουθούν να δίνουν τον τόνο στις δυτικές δημοκρατίες.
[Δημοσιεύτηκε στην εφημ. Τα Νέα της 05.11.26]