ΝΠΠΕ: αξιολογητές και συνθήκες αδιαφάνειας

Ένα από τα πιο ευάλωτα σημεία του εγχειρήματος πιστοποίησης των ιδιωτικών παραρτημάτων αλλοδαπών πανεπιστημίων, των Νομικών Προσώπων Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΝΠΠΕ), εντοπίζεται στον τρόπο συγκρότησης των Επιτροπών Εξωτερικής Αξιολόγησης και Πιστοποίησης (ΕΕΑΠ), οι οποίες αξιολογούν τα προγράμματα σπουδών των ΝΠΠΕ, συντάσσοντας σχετική έκθεση, η οποία στη συνέχεια εγκρίνεται από το Συμβούλιο Αξιολόγησης και Πιστοποίησης (ΣΑΠ) της ΕΘΑΑΕ. Όπως ευχερώς αντιλαμβάνεται κανείς, ο ρόλος των ΕΕΑΠ είναι κομβικός, καθώς οι Επιτροπές αυτές αξιολογούν την ακαδημαϊκή πληρότητα των προσφερόμενων από τα ΝΠΠΕ προγραμμάτων σπουδών και, συνεπώς, έχουν καθοριστική συμβολή στη διασφάλιση της εν γένει ποιότητας της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης. Το κρίσιμο ζήτημα αναφορικά με τον τρόπο συγκρότησης των ΕΕΑΠ έχει αχθεί πλέον προς κρίση στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ), στο πλαίσιο των νέων αιτήσεων ακυρώσεως που κατέθεσαν προσφάτως ο συνάδελφος Π. Λαζαράτος και οι Δικηγορικοί Σύλλογοι Αθηνών και Πειραιώς. Ας δούμε όμως εγγύτερα πώς έχει το ζήτημα.

Κατά το άρθ. 13 παρ. 1 του ν. 4653/2020 (όπως σήμερα ισχύει), μία ΕΕΑΠ συγκροτείται με απόφαση του ΣΑΠ και αποτελείται από τρία έως πέντε μέλη. Συγκεκριμένα, ένα έως τρία μέλη επιλέγονται από το Μητρώο Ανεξάρτητων Εμπειρογνωμόνων-Καθηγητών, ένα μέλος από το Μητρώο Φοιτητών και, όταν το πρόγραμμα οδηγεί σε νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα (όπως λ.χ. στη νομική, την ιατρική ή την ψυχολογία), θα πρέπει να επιλεγεί ένα ακόμη μέλος από το Ειδικό Μητρώο Επαγγελματικών Ενώσεων και Επιμελητηρίων, ώστε στη σχετική κρίση να συμμετέχει και η αγορά εργασίας. Το Μητρώο Εμπειρογνωμόνων διαθέτει περίπου 4.000 εγγραφές. Σύμφωνα δε με τον Οδηγό Πιστοποίησης της ΕΘΑΑΕ (άρθ. 4.1) –ο οποίος, σημειωτέον, δεν φέρει τα εξωτερικά-τυπικά στοιχεία μιας κανονιστικής διοικητικής πράξης (όπως θα έπρεπε) και βρίσκεται αναρτημένος στην ιστοσελίδα της ΕΘΑΑΕ (και όχι δημοσιευμένος σε κάποιο ΦΕΚ)–, το εν λόγω Μητρώο «ανανεώνεται διαρκώς» και «εμπλουτίζεται» με προτάσεις των ΑΕΙ και «των συνεργαζόμενων φορέων». Τα μέλη του είναι «επιστήμονες αναγνωρισμένου κύρους», «κατά προτίμηση με εμπειρία σε θέματα αξιολόγησης, πιστοποίησης και διασφάλισης ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση».

Να είμαστε σαφείς: Επί της αρχής, η πρόβλεψη του ν. 4653/2020 για τη σύνθεση των ΕΕΑΠ, η οποία συμπεριλαμβάνει ακαδημαϊκούς, φοιτητές και (υπό συνθήκες) επαγγελματίες, είναι ορθή. Το ουσιαστικό πρόβλημα έγκειται αλλού:

Πρώτα και κύρια, μολονότι ο ν. 4653/2020 επιτάσσει ρητώς ότι η διαδικασία τήρησης και ανανέωσης του Μητρώου Εμπειρογνωμόνων καθορίζεται με απόφαση-κανονισμό του ΣΑΠ που δημοσιεύεται στην ιστοσελίδα της ΕΘΑΑΕ, τέτοια απόφαση δεν εντοπίζεται δημοσιευμένη. Ούτε εντοπίζονται δημοσιευμένες οι πράξεις έγκρισης των Μητρώων Φοιτητών και Επαγγελματικών Ενώσεων. Η δε πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για ένταξη-εγγραφή στο Μητρώο Εμπειρογνωμόνων αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα της ΕΘΑΑΕ τον Δεκέμβριο του 2025 ως απλό συνημμένο αρχείο, χωρίς υπογραφή και ακριβή χρονολογία, και μάλιστα στα αγγλικά.

Έτσι προκύπτει μία σείρα κρίσιμων πρακτικών ερωτημάτων: Πώς επιλέγονται, μέσα από 4.000 ονόματα, οι εμπειρογνώμονες που θα αξιολογήσουν ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα; Ο νόμος ορίζει μόνον ότι η ΕΕΑΠ συγκροτείται με απόφαση του ΣΑΠ. Με ποια κριτήρια όμως; Με κλήρωση; Πρέπει οι εμπειρογνώμονες να έχουν γνωστικό αντικείμενο συναφές με το πρόγραμμα; Ο προαναφερθείς Οδηγός Πιστοποίησης δεν απαντά στα ερωτήματα αυτά. Έπειτα, ούτε στο επίμαχο άρθ. 13 παρ. 1 περ. α) του ν. 4653/2020 γίνεται αναφορά στην ειδικότητα του αξιολογητή. Θεωρητικά, συνεπώς, ένα πρόγραμμα νομικών σπουδών θα μπορούσε να αξιολογηθεί από έναν πολιτικό επιστήμονα, έναν μηχανικό ή έναν οικονομολόγο, από πρόσωπα δηλαδή άσχετα με το αξιολογούμενο πρόγραμμα. Και η πραγματικότητα μπορεί να μην απέχει από τέτοιες εύλογες θεωρητικές υποθέσεις. Αντίστοιχα κενά υπάρχουν και ως προς την επιλογή του φοιτητή και του εκπροσώπου των επαγγελματικών φορέων. Δυστυχώς, διαπιστώνεται αδιαφάνεια και ασάφεια σε διάφορα επίπεδα, οι οποίες μπορεί να υποθάλπουν φαινόμενα αυθαιρεσίας και μεροληψίας.

Είναι μάλλον προφανές ότι τα ανωτέρω δεν συνιστούν κάποια διαδικαστική λεπτομέρεια. Η αξιολόγηση και πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών έχει νευραλγική σημασία για την όλη λειτουργία των ΝΠΠΕ. Οι συνθήκες αδιαφάνειας και ανέλεγκτου κλονίζουν την αξιοπιστία της όλης διαδικασίας αξιολόγησης και πιστοποίησης. Αυτό ισχύει ανεξάρτητα από την ακεραιότητα ή την επιστημονική εγκράτεια των επιλεγόμενων κάθε φόρα προσώπων. Όταν, δε, οι πράξεις που ο ίδιος ο νόμος απαιτεί να δημοσιευθούν δεν δημοσιεύονται, και όταν ουσιώδη στοιχεία της διαδικασίας αξιολόγησης μένουν εν κρυπτώ, οι πιστοποιήσεις καθίστανται νομικά ευάλωτες και πολιτικά έκθετες.

Το πρόβλημα ωστόσο δεν περιορίζεται σε εθνικό επίπεδο. Η ΕΘΑΑΕ είναι εγγεγραμμένη στο Ευρωπαϊκό Μητρώο Διασφάλισης Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση (European Quality Assurance Register for Higher Education, EQAR), συγχρόνως δε είναι μέλος του διεθνούς δικτύου INQAAHE (International Network for Quality Assurance Agencies in Higher Education). Οι ιδιότητες αυτές δεν είναι τυπικές. Προϋποθέτουν συμμόρφωση σε κοινά αποδεκτά πρότυπα και προσδίδουν στις πιστοποιήσεις της ΕΘΑΑΕ κύρος πέρα από τα εθνικά σύνορα. Τα ευρωπαϊκά πρότυπα (ESG) απαιτούν οι διαδικασίες εξωτερικής διασφάλισης ποιότητας (μεταξύ άλλων, και αυτές της συγκρότησης των μητρώων αξιολογητών) να είναι «προκαθορισμένες» και «δημοσιευμένες». Στο ίδιο πνεύμα, τα διεθνή πρότυπα του INQAAHE (International Standards and Guidelines for Quality Assurance in Higher Education, 2025) απαιτούν «σαφώς καθορισμένα» κριτήρια επιλογής εμπειρογνωμόνων, «σαφή κριτήρια αξιολόγησης» και «διαφανείς διαδικασίες λήψης αποφάσεων». Είναι δύσκολο να υποστηριχθεί ότι μία διαδικασία χωρίς δημοσιευμένους κανόνες για τα μητρώα πληροί αυτές τις απαιτήσεις. Γι’ αυτό και είναι απολύτως εύλογο, οι προαναφερθείσες πλημμέλειες στη διαδικασία αξιολόγησης των ΝΠΠΕ να τεθούν υπόψη του EQAR και του INQAAHE για έλεγχο συμμόρφωσης της ΕΘΑΑΕ με τα πρότυπά τους. Όταν ένας εθνικός φορέας επικαλείται την ευρωπαϊκή και διεθνή του αναγνώριση για να προσδώσει κύρος στις πιστοποιήσεις του, είναι λογικό να ελέγχεται και με βάση τα πρότυπα στα οποία στηρίζεται αυτή η αναγνώριση.

Το διακύβευμα που τίθεται με βάση τα παραπάνω είναι ιδιαίτερα σημαντικό: αφορά πρωτίστως στους φοιτητές και τις οικογένειές τους, που επενδύουν χρόνο και πόρους σε προγράμματα σπουδών που φέρουν τη σφραγίδα πιστοποίησης της Ελληνικής Πολιτείας, την οποία και εμπιστεύονται. Το διακύβευμα όμως είναι ευρύτερο, καθώς αφορά συγχρόνως και στη διασφάλιση της εν γένει ποιότητας της ανώτατης εκπαίδευσης στη χώρα.

Η λύση, πάντως, δεν είναι δύσκολη. Η Πολιτεία, εφόσον επιθυμεί πράγματι το εγχείρημα των ΝΠΠΕ να έχει την προσήκουσα αξιοπιστία και διαφάνεια, θα πρέπει να φροντίσει ώστε να συντρέχουν κυρίως οι ακόλουθοι όροι:

  • δημοσιευμένη διαδικασία τήρησης και ενημέρωσης όλων των Μητρώων, όπως επιτάσσει ο νόμος,
  • δημοσιευμένα και ελέγξιμα κριτήρια ένταξης στα Μητρώα,
  • υποχρεωτική συνάφεια του γνωστικού αντικειμένου των κριτών με το αξιολογούμενο πρόγραμμα σπουδών,
  • αντικειμενικός-αμερόληπτος τρόπος επιλογής των μελών των ΕΕΑΠ, λ.χ. με κλήρωση ανάμεσα σε όσους πληρούν τα κριτήρια,
  • δηλώσεις μη σύγκρουσης συμφερόντων.

Η ποιότητα που ζητούμε από τα ιδρύματα πρέπει να διέπει πρωτίστως την ίδια τη διαδικασία που πιστοποιεί εκείνα και ιδίως τα προγράμματα σπουδών τους. Σε ένα κράτος δικαίου, τέτοιου είδους επιτροπές αξιολόγησης πρέπει να συγκροτούνται και να λειτουργούν με εχέγγυα διαφάνειας και αντικειμενικής αμεροληψίας. Και τούτο είναι προς το συμφέρον όλων και, προεχόντως, της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης.

[Δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό Βήμα στις 29.09.2026]